Το ωραίο & το τρομερό – εκφράσεις του υπέροχου : οι αληθινοί ποιητές

Η διαφορά ανάμεσα στο ωραίο και στο τρομερό πρέπει να αναζητηθεί στην περατότητα του πρώτου και στην απειρότητα του δευτέρου. Το ωραίο καθ’ εαυτό αναφέρεται σε ένα τμήμα του παντός προσιτό στον άνθρωπο, επειδή είναι περιορισμένο. Πέραν όμως αυτού υπάρχει το (συμ)πάν, που όντας πεπερασμένο άπειρο είναι τρομερό. Η κοινή αντίληψη για το ωραίο δεν ημπορεί να περιλάβει το παν και δεν υποπτεύεται την απειλή, που κρύβει η ομορφιά. Οι καλλιτέχνες, που ζουν οπτασιασμούς συνόλων και η νόησή τους λειτουργεί παράλληλα με γενικότητες ενορατικές εποπτείες αποτελούν χτυπητά παραδείγματα αναφορικά με την εναλλακτική βίωση της ευδαιμονίας και της δυστυχίας, δηλαδή του ωραίου και του τρομερού, σαν εκφράσεις της διπλής ενέργειας του υπέροχου. Έτσι ημπορεί να εξηγηθεί το βαθύ βίωμα του πόνου μεγάλων ποιητών παράλληλα με την συγκλονιστική τους βούληση για την ζωή.
Ο τρόμος που εκλύεται από την ενατένιση της ωραιότητας οφείλεται στην έννοια του ορίου, η οποία αποτελεί το κριτήριο της διάκρισης ανάμεσα στο ωραίο και στο υπέροχο. Κατά την αισθητική αντίληψη του Ιμμάνουελ Καντ, το ωραίο πηγάζει από τη μορφή των αντικειμένων, ενώ το υπέροχο γεννιέται και από την αμορφία.
Αναλυτικά :
η ανθρώπινη συνείδηση στην επαφή της με τα συστήματα των μερικών ορίων του Παντός, στα οποία κάθε φορά προσκρούει και τα φωτίζει, τοποθετεί τον άνθρωπο απέναντί τους και τον υποχρεώνει να τα μορφογράφει και να τα σχηματίζει. Η συνείδηση υποχρεώνει τον άνθρωπο να βλέπει μέσα στο ασύνορο μόνο τα συστήματα των ορίων, τα τμήματα των συνόλων και την φαινομενική αυτοτέλεια των μερικοτήτων. Αυτή η μορφοποίηση των πραγμάτων, που προάγεται ως τη διάσταση ενός κλειστού ολοκληρώματος, γίνεται ο Κόσμος, ο οποίος αποτελεί το αντίκρισμα, το μέτωπο και το αντιμέτρημα του ανθρώπου. Ο Κόσμος στέκοντας μπροστά στην ανθρώπινη συνείδηση καλύπτει το όλον, παραμερίζει το άπειρο αόρατο και καθιερώνει τη φαινομενικότητα των μορφών.
Η ευαρέσκεια λοιπόν από το ωραίο, που αναφέρεται στις έννοιες της νόησης, σχετίζεται με την ποιότητα. Η ευαρέσκεια όμως από το υπέροχο, που αναφέρεται στις έννοιες του λόγου, σχετίζεται με την ποσότητα. Το ωραίο μεταβάλλεται σε τρομερό, όταν ο άνθρωπος επιχειρήσει μέσα σε αυτό να συλλάβει την καθολικότητα, γιατί τότε απαιτείται να διαρρήξει την πενιχρή του φύση του και να την ευρύνει στον ίλιγγο ενός χαώδους πεδίου. Ιδέα αυτού του τρομερού εγχειρήματος μας δίνει η εικόνα της αγωνίας εκείνου, που νοιώθει να αναγκάζεται με την σταγόνα του νερού να πληρώσει την χωρητικότητα του ωκεανού. Αυτό το τάνυσμα της ελάχιστης μονάδας προς το απόλυτο παρουσιάζει ο στίχος του πέρση ποιητή για τον ονειροπόλο, που πασχίζοντας να αγγίξει ένα αστέρι, πήδηξε μέσα στο χάος! Το (συμ)παν, ως αυτούσιο όλον, είναι τρομερό, γιατί προκειμένου να το θεαθεί ο άνθρωπος πρέπει να διασπάσει το κέλυφος των φυσικών του ορίων υπερβαίνοντας τον εαυτό του. Αυτό το ξεπέρασμα το συνοδεύει η βλοσυρή υπόσχεση της καταστροφής. Ένα πάτημα αν πατήσει κατά το μέρος του ανθρώπου το παν, θα τον συντρίψει. Το τρομερό του παντός σαν ιδιότητα, που παραπέμπει στο άπειρο, το ανυψώνει σε σύμβολο του Είναι. Το άπειρο όμως δεν ημπορεί να το αντέξει ο πεπερασμένος άνθρωπος, έστω και ο τιτανικός. Την τελειότερη λύση όμως αυτού του προβλήματος την έχει δώσει ήδη ο Όμηρος. Όταν η Ελένη – το σύμβολο του εν τη γενέσει κάλους που έλαβε υπόσταση με την δημιουργία – ή αλλιώς το τρομερό του ωραίου – περιπατεί στα υψηλά τείχη και εμφανίζεται μπροστά στη σύναξη των γερόντων, ο φρόνιμος Πρίαμος αποθαυμάζει την ορασιά της γυναίκας και στέργει το χαλασμό, που σκορπίζει η χάρη της : «Χαλάλι τόση παιδωμή για μία τέτοια γυναίκα στους Τρώες και στους ευκνημίδες Αχαιούς με τις αθάνατες θεές φρικτά μοιάζει στην όψη». Ο πόνος και ο φόνος του πολέμου είναι τα λύτρα, που πληρώνουν οι λαοί και οι στρατοί της Ιλιάδας για την θεϊκή θέα του ωραίου/κάλλους. Η μελαγχολική και ήρεμη ευχή του Πρίαμου να ξαναφύγει με τα πλοία η Ελένη πηγάζει από τη γνώση, ότι ο πεπερασμένος άνθρωπος δεν ημπορεί να βαστάξει το απόλυτο. Κατά τον ίδιο τρόπο στη μυθολογική πληροφορία για την τύφλωση του Τειρεσία ανιχνεύεται ο ίδιος υπαινιγμός. Το ακέραιο φανέρωμα της θείας ωραιότητας/καλλονής υπήρξε τρομερό για τα θνητά βλέμματα.
Βέβαια με την τέχνη οι Έλληνες χώρεσαν την Φύση στο ανθρώπινο στίγμα και ο άνθρωπος απλώθηκε το φυσικό άπειρο!
Και αυτό κατά την έννοια ότι : Τέχνη στους έλληνες είναι η ανάπλαση της Φύσης από τον άνθρωπο. Και δεν μπορεί να λειτουργήσει, παρά μόνον εάν τραβήξει το δρόμο ψηλά για τα διάσελα, αφού κρατήσει μακριά από το φόρεμα και το σώμα της τα βάρη της εφήμερης τύρβης. Εάν τραβήξει δηλαδή εκεί που, πάνω από την περίπλοκη, την κοντοθεωρία και τη σύγχυση, θα αντικρίσει το θέατρο της κοσμικής παράστασης, που αναπαράσταση της είναι το ανθρώπινο δράμα μέσα στο θέατρο της ιστορίας.
Άλλωστε πίσω από όλα τα πράγματα υπάρχει μια πρότυπη δομή που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σύμπαντος. Αυτή διαπνέεται από συμμετρία, ρυθμό, τάξη, κανονικότητα, κτλ, εν ολίγοις κάλλος – όλες αυτές τις αξίες που χαρακτηρίζουν το έργο ενός πραγματικού καλλιτέχνη. Μπορεί να τις ανακαλύψετε στην εναλλαγή των εποχών, στην μετατόπιση της άμμου, στην κορυφογραμμή ενός αμμολόφου, στα κλαδιά ενός δένδρου ή στα σχέδια των φύλλων τους. Προσπαθούμε να αντιγράψουμε τα πρότυπα αυτά στις ζωές και στις κοινωνίες μας, αναζητώντας τον ρυθμό, την κίνηση, τουτέστιν το (κοσμικό) κάλλος.
Η αληθινή τέχνη δεν είναι λέξεις ή χρώματα ή ήχοι που τα ορδινιάζουν οι καλλιτέχνες, τα εξευρίσκουν δηλαδή, τα συντάσσουν και τα χωροθετούν, για να εικονίζουν της διάνοιας και της φαντασίας τους τα γεννήματα. Η αληθινή τέχνη είναι η όρθωση του νου και της πράξης του ανθρώπου σε μορφές και συντελείται με πειθαρχία και με αναγκαιότητα προκειμένου να δηλώσει τρία πράγματα. Την καταγωγή του ανθρώπου από το ανιχνήλατο άδυτο της φύσης. Την ερμηνεία και την κατακύρωση της πορείας του της γρήγορης και της φωτερής, από τη γέννηση ως το θάνατό του. Και τα οράματά του για την ευδόκιμη συνεργασία του με τους νόμους της φύσης προκειμένου να’ χει ιλαρό και ευοίωνο το μέλλον του χρόνου.
Με άλλα λόγια, τα ίχνη του ανθρώπου επάνω στην πορεία της ιστορίας είναι τα ορθώματα της λογοτεχνίας.
Μάλιστα ο γερμανός φιλόσοφος του “Όντος” Μαρτίνος Χάιντεγκερ σημειώνοντας το άμεσο δεσμό της γλώσσας με την αλήθεια ονομάζει την γλώσσα κατοικία του «Είναι» και τους ποιητές φύλακες της αλήθειας. Πρόκειται για μια φιλοσοφική θέα αφορμισμένη από τα μυστικότερα βάθη του όντος.
Ο δε γερμανός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν, που κατέβηκε ως την άτρεμη διαύγεια αυτού του βάθους, είδε στην γλώσσα τη χαρισματική πρωτο-δύναμη, που της έχει ταχθεί να ανασέρνει το ον από τη χαοτική άβυσσο της αοριστίας στην φωτερή μονιμότητα της μορφής. οι ποιητές, ιερατικοί καθιδρυτές και πρωτεργάτες της γλώσσας, είναι οι σωτήρες του όντος.
Οι ποιητές είναι Salvatores Dei και μόνιμοι χριστοί: και το Μόνιμο οι ποιητές το ιδρύουν.
Η Γλώσσα είναι ο δημιουργός και ο κληροδότης του πολιτισμού. Είναι το κύριο όργανο που μάχεται και νικά την ωκεάνια δύναμη της κοσμικής λήθης. Ο Χαίλντερλιν, σε μία στιγμή κάθετης ανάβασης, έγραψε πως εκείνο από τα ανθρώπινα έργα που μένει μόνιμα ενάντια στη ροή του χρόνου και την αλλαγή των πραγμάτων είναι ότι ιδρύουν οι ποιητές με τη γλώσσα : Was aber bleibet, stiften die Dichter.
Μάλιστα ο Μαρτίνος Χάιντεγκερ, το στιβαρότερο πνεύμα του 20ου αιώνα, είναι ο μόνος από τους φιλοσόφους των τελευταίων αιώνων που μίλησε για την έννοια του Είναι : Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, Είναι και Άνθρωπος είναι ένα και το αυτό. Ορίζει, μάλιστα, τον Άνθρωπο – και ειδικότερα τον Ποιητή – ως το «ξέφωτο του Είναι» !
Όπερ και σημαίνει ότι : ο ποιητής είναι η συνείδηση που σαρκώνει την αρχανδρική εικόνα του ανθρώπου!
Και όταν λέμε ποιητές εννοούμε του αληθινούς, τους μεγάλους, εκείνους που το έργος του ήταν ενός μεγάλου καλλιτέχνη που ζει οπτασιασμούς συνόλων και η νόησή του λειτουργεί παράλληλα με ενορατικές εποπτείες, ενώ η ζωή του ήταν μια βίωση της ευδαιμονίας και της δυστυχίας, δηλαδή του ωραίου και του τρομερού, σαν εκφράσεις της διπλής ενέργειας του υπέροχου.
-Αμφικτύων-Ευστάθιος Κεφάλας-

 


[1] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 131 – 133.

[2] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 156 – 157.

[3]  Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 131 – 133.

[4]  (Βλ Λιαντίνης     Δημήτριος. «Ο Νηφομανής – η ποιητική του Σεφέρη», σελ. 59).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s